Κοιμάται. - Κάνει πως κοιμάται. Πάμε. Έτσι συνομιλούσανε, στο προσκέφαλο της Ματίλντ Γκαζενάβ, ο άντρας της και η πεθερά της, ενώ αυτή κρυφοκοίταζε, ανάμεσ' απ' τις βλεφαρίδες, απάνω στον τοίχο τις πελώριες και μπερδεμένες σκιές τους. Πατώντας απάνω στις μύτες, που τρίζανε, προχώρησαν κι' οι δυο προς την πόρτα. Η Ματίλντ άκουσε σε λίγο τα βήματά τους στη βαρύηχη σκάλα. Έπειτα, οι φωνές τους, η μια σουβλερή, η άλλη βραχνή, εγέμισαν το μακρύ διάδρομο του ισογείου. Τώρα επερνούσανε βιαστικά την παγωμένη έρημο της στοάς που χώριζε την πτέρυγα όπου έμενε η Ματίλντ από το διαμέρισμα όπου η μητέρα κι ο γιος εκρατούσανε δύο συνεχόμενα δωμάτια. Μια πόρτα ακούστηκε να κλείνει μακρυά. Η νέα αναστέναξε μ' ανακούφιση, άνοιξε τα μάτια. Από πάνω της, από ένα ξύλινο τόξο εκρεμότανε μια κουνουπιέρα από άσπρο τούλι, που σκέπαζε το μαονένιο κρεβάτι. Η λάμπα εφώτιζε κάποια γαλάζια μπουκέτα ζωγραφισμένα στον τοίχο, κι' απάνω στο τραπεζάκι, ένα πράσινο ποτήρι του νερού, που το κούνησε ξαφνικά το τράνταγμα από μια ατμομηχανή, γιατί ο σταθμός ήτανε κοντά.
110 ΣΕΛΙΔΕΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΡΑΝΑΟΣ